ΔΕΛΤΙΟ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015 (ΤΟΜΟΣ 60, Τεύχος 4)

Home/ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ/ΔΕΛΤΙΟ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015 (ΤΟΜΟΣ 60, Τεύχος 4)

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ιοί γρίπης και ανοσοαπάντηση

Μ. Εξηντάρη, Κ. Τσεπάνης, Γ. Γκιούλα, Α. Μελίδου, Ν. Μαλισιόβας, Ε. Δίζα
Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρικό Τμήμα Α.Π.Θ.

Η γρίπη, επιδρώντας διαχρονικά και έντονα στη δημόσια υγεία, παρουσιάζει ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον, όπως φυσικά και οι σχετιζόμενοι ανθρώπειοι αμυντικοί μηχανισμοί. Χρησιμοποιώντας ως μοντέλο την τελευταία πανδημία, 2009, διερευνώνται τα χαρακτηριστικά της ανοσοαπάντησης σε ιούς γρίπης. Ο TLR7 αποτελεί σημαντικό ενδοκυττάριο υποδοχέα αναγνώρισης προτύπων (PRR) για το ssRNA των ιών γρίπης, ώστε στη συνέχεια μέσω της πρωτεΐνης MyD88 και της ενεργοποίησης μεταγραφικών παραγόντων να παραχθούν ιντερφερόνες τύπου Ι και να ανασταλεί η ιική αναπαραγωγή. Στο ίδιο τελικό αποτέλεσμα καταλήγει η δράση των ενδοκυττάριων υποδοχέων RLR, κυρίως της RNA ελικάσης RIG-I. Οι ενδοκυττάριοι υποδοχείς NLR αλληλεπιδρώντας με την πρωτεΐνη ASC και την κασπάση-1 σχηματίζουν φλεγμονοσωμάτιο (inflammasome), υπεύθυνο για την ωρίμανση των πρόδρομων μορφών των προφλεγμονωδών κυτταροκινών, με αποτέλεσμα την προστασία από ιογενείς λοιμώξεις. Η συσσώρευση θέσεων γλυκοσυλίωσης στην αιμοσυγκολλητίνη των ιών Α(Η1Ν1), προσαρμοστική εξελικτική στρατηγική των ιών γρίπης, οδηγεί στην καλύτερη αναγνώρισή τους από την έμφυτη ανοσία και μειώνει την αποτελεσματικότητα της χυμικής ανοσίας ενώ αφήνει ανεπηρέαστη την κυτταρική (CD8) με πιθανό επακόλουθο υπερβολική κυτταροτοξική αντίδραση και καταιγίδα κυτταροκινών. Η έλλειψη γλυκοσυλίωσης αυξάνει την παθογονικότητα των ιών παρεμποδίζοντας την ιική κάθαρση από την έμφυτη ανοσία. Έτσι και οι δύο περιπτώσεις μπορεί να καταλήξουν σε αυξημένη κυτταρική απόπτωση και ιδιαίτερα σοβαρή νόσηση. Εξάλλου πειραματικά δεδομένα αναφέρουν ότι μόλυνση με ισχυρά παθογόνους ιούς γρίπης Α οδήγησε σε συσσώρευση δενδριτικών κυττάρων υποείδους tipDC στους πνεύμονες, τα οποία επάγουν ακόμη περισσότερο τον πολλαπλασιασμό των CD8 λεμφοκυττάρων. Οι ιοί γρίπης επιδεικνύουν συχνά ειδικό τροπισμό για το ανώτερο ή κατώτερο αναπνευστικό, αναπαράγονται δε και να εξαπλώνονται ταχύτερα σε νεότερους ξενιστές. Πειραματικά φαίνεται ότι ο τοπικός σχηματισμός iBALT (επαγόμενος βρογχοσυσχετιζόμενος λεμφοειδής ιστός) σε λιγότερο νέους γριπιώντες ασθενείς αποδίδει αποτελεσματικότερη ανοσοαπάντηση. Η γήρανση ελαττώνει την ανοσοαπάντηση επιδρώντας σε κάθε επίπεδο με αποτέλεσμα περιορισμένη φλεγμονώδη αντίδραση στους πνεύμονες και ηπιότερη νόσηση, επιτρέποντας έτσι στις βαρύτερες κλινικές εκδηλώσεις να εμφανίζονται αρκετά συχνά σε νεότερες ηλικίες και μάλιστα χωρίς υποκείμενες παθήσεις. Οι προηγούμενες επαφές του ξενιστή με προγενέστερους ιούς γρίπης και η όποια αντιγονική ομολογία μεταξύ των ιών αυτών οδηγούν σε διασταυρούμενη ανοσία σε επίπεδο κυτταρικής αλλά και χυμικής ανοσίας, η οποία διαδραματίζει προστατευτικό ρόλο με την πρόοδο της ηλικίας του ξενιστή. Η πανδημία γρίπης 2009 φαίνεται να προκάλεσε σοβαρές λοιμώξεις σε άτομα πολύ νεότερα απ’ό,τι ήταν μέχρι πρόσφατα παραδεκτό, με την ανοσοαπάντηση να έχει πρωτεύουσα σημασία σε κάθε διαδικασία. Πολύτιμες πληροφορίες συλλέγονται με στόχο να αξιοποιηθούν στις επόμενες επιδημίες και πανδημίες γρίπης τόσο για πρόληψη όσο και για αντιμετώπιση της νόσου.

AΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Dientamoeba fragilis: ένα παραγνωρισμένο παράσιτο του εντέρου

Ε. Βασσάλου1,2, Κ.Μ. Βασάλος3, Α. Βακάλη2, Ν. Βακάλης2, Ε.-Θ. Πιπεράκη1, Γ. Βρυώνη1, Α. Τσακρής1
1Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
2Εργαστήριο Παρασιτολογίας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Αθήνα
3 Ν.Μ. Κυπαρισσίας, Γ.Ν. Μεσσηνίας

Η Dientamoeba fragilis (διενδαμοιβάδα, η εύθραυστος) είναι πρωτόζωο του εντέρου με παγκόσμια κατανομή. Παλαιότερα κατατασσόταν στις αμοιβάδες λόγω μορφολογίας. Σήμερα, θεωρείται ότι είναι μαστιγοφόρο πρωτόζωο χωρίς μαστίγια. Συχνά η λοίμωξη από D. fragilis διαφεύγει της προσοχής, μολονότι στις αναπτυσσόμενες χώρες τα ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ του 20 και 30%. Παρότι βρέθηκαν, επίσης, υψηλά ποσοστά σε αναπτυγμένες χώρες με εύκρατο κλίμα, στην Ελλάδα δεν είχε γίνει μέχρι σήμερα συστηματική μελέτη. Στην έρευνά μας βρέθηκε για πρώτη φορά ποσοστό λοίμωξης από D. fragilis 0,7% σε ενήλικες. Η μετάδοση του παρασίτου μπορεί να γίνει με την κοπρανοστοματική οδό, διαμέσου ωών ελμίνθων ή από ζώα. Έως τώρα, στα κόπρανα του ανθρώπου είχαν παρατηρηθεί μόνο οι τροφοζωίτες της διενδαμοιβάδας. Σημαντική εξέλιξη μπορεί να αποτελέσει η πρόσφατη ανακάλυψη πιθανού κυστικού σταδίου της D. fragilis. Δεν έχουν ακόμη διευκρινισθεί οι παθογενετικοί μηχανισμοί της λοίμωξης από D. fragilis. Σε ανοσοεπαρκή άτομα μπορεί να εκδηλωθεί διάρροια ή συμπτώματα που μοιάζουν με το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, ενώ έχουν αναφερθεί περιπτώσεις χωρίς συμπτώματα. Η μικροσκοπική εξέταση μόνιμων παρασκευασμάτων επιτρέπει τη διάγνωση της λοίμωξης από D. fragilis με αξιοπιστία, εφόσον συνεκτιμηθεί η κλινική εικόνα. Σε εξειδικευμένα εργαστήρια, μπορεί να γίνει καλλιέργεια της διενδαμοιβάδας παρουσία μικροβίων. Προχωρήσαμε σε ανάπτυξη ενός νέου, απλού υλικού που περιείχε κεκλιμένο άγαρ, στο οποίο πριν τη χρήση προστίθεντο πεπτόνη 20% και αλατούχο διάλυμα Locke σε αναλογία 4:1. Συγκρίναμε την ανάπτυξη της D. fragilis στο νέο υλικό με δύο διαφορετικά υλικά. Εξετάσαμε στέλεχος D. fragilis που προερχόταν από δείγμα κοπράνων θετικού μάρτυρα. Δεν βρέθηκε διαφορά στην καμπύλη ανάπτυξης της D. fragilis μεταξύ των τριών καλλιεργητικών υλικών. Το παράσιτο, ωστόσο, φάνηκε ότι μπορούσε να διατηρηθεί περισσότερο στο νέο υλικό που αναπτύξαμε. Επιπλέον, για διαγνωστικούς σκοπούς έχει καταστεί δυνατή η χρήση μοριακών τεχνικών. Η μετρονιδαζόλη θεωρείται ως το φάρμακο εκλογής για τη θεραπεία της λοίμωξης από D. fragilis. Άλλες επιλογές αποτελούν οι σύγχρονες 5-νιτροϊμιδαζόλες και η τετρακυκλίνη. Συμπερασματικά, η φύση, η παθογένεια, η διαγνωστική προσέγγιση και η θεραπευτική αντιμετώπιση της λοίμωξης από D. fragilis παραμένουν άγνωστες και καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω μελέτη της παρασίτωσης που αρχίζει πλέον να κάνει την εμφάνισή της και στον Ελλαδικό χώρο.

AΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ενδοθηλιακά αντιγόνα – στόχοι της αλλοαπάντησης στη μεταμόσχευση νεφρού

Μ. Καφετζή1, Γ. Βρυώνη2, Β. Καψιμάλη2, Α. Ινιωτάκη1, Α. Τσακρής2
1Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γεώργιος Γεννηματάς»
2Εργαστήριο Μικροβιολογίας Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Το ανθρώπινο ενδοθήλιο με τα αντιγόνα που εκφράζει είναι ο πρώτος στόχος για τη χυμική ή/και κυτταρική ανοσολογική απάντηση σε αλλομοσχεύματα, δεδομένου ότι ο ιστός βρίσκεται ανάμεσα στο μόσχευμα και το αίμα του λήπτη. Ο πρώτος φραγμός για επιτυχή μεταμόσχευση οργάνων είναι τα Α και Β αντιγόνα των ομάδων αίματος και ακολουθούν τα κλασικά αντιγόνα των λευκοκυττάρων του ανθρώπου, Human Leucocytes Antigens (HLA), τάξης Ι και τάξης ΙΙ. Επιπλέον, στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων εκφράζονται και μη κλασικά HLA, όπως τα HLA-E, αλλά και non-HLA αντιγόνα, όπως τα MICA (MHC Class I related chain A, αντιγόνα σχετιζόμενα με την Α αλυσίδα των τάξης Ι MHC), αυτοαντιγόνα, όπως η βιμεντίνη και πρωτεΐνες που χαρακτηρίζονται με το μοριακό τους βάρος, όπως η 97-110kDa πρωτεΐνη. Στην ανασκόπηση αυτή περιγράφονται οι διαφορετικές κατηγορίες ενδοθηλιακών αντιγόνων των οποίων η συμβατότητα μεταξύ λήπτη-δότη είναι σημαντική για επιτυχή μεταμόσχευση νεφρού.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Η εξέλιξη της Ελληνικής Μικροβιολογίας μέσα από την βιβλιομετρική μελέτη των δημοσιεύσεων του Δελτίου της Ελληνικής Μικροβιολογικής Εταιρείας (1956-2014): Μέρος Γ΄ – Περίοδος (2000-2014)

Κ. Τσιάμης1, Γ. Βρυώνη1, Ε. Βογιατζάκης2, Α. Τσακρής1
1Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών
2Εργαστήριο Μικροβιολογίας ΓΝNΘΑ «Σωτηρία», Αθήνα

Τα ευρήματα της περιόδου 2000-2014, δείχνουν ότι τα άρθρα του περιοδικού παρακολουθούσαν τα προβλήματα της Δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια και αυτής της περιόδου καταγράφηκε σημαντικός αριθμός άρθρων που αφορούσαν τις νοσοκομειακές λοιμώξεις και τη μικροβιακή αντοχή. Κατά την περίοδο 2000-2014, οι ερευνητές μελετούν και δημοσιεύουν άρθρα για τους Gram-θετικούς κόκκους και τα Gram-αρνητικά αερόβια μικρόβια, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα είδη Staphylococcus aureus, Enterococcus spp, β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος ομάδας Α, Pseudomonas aeruginosa, Escherichia coli, Κlebsiella pneumoniae, Salmonella Enteritidis και Neisseria meningitidis. Επίσης, στις σελίδες του περιοδικού καταγράφηκαν αρκετές εργασίες για τους ιούς της γρίπης (H1N1, H5N1, H3N2), τους ιούς της ηπατίτιδας (HAV, HBV, HCV), τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV) και τον Parvovirus B19. Αυτήν την περίοδο όμως, εκτός των κλασσικών εκπροσώπων των μυκητιάσεων (Candida, Aspergillus), αρχίζουν σταδιακά να εμφανίζονται μελέτες και για άλλους μύκητες με ιατρικό ενδιαφέρον, όπως Fusarium spp. και Mucor spp. Η τελική αποτίμηση για την περίοδο 1956-2014, είναι ότι η ύλη του περιοδικού διαχρονικά επηρεάζεται από την τρέχουσα εντόπια και διεθνή υγειονομική επικαιρότητα, από τα θέματα της Δημόσιας Υγείας, και ακολουθεί την εξέλιξη της Ελληνικής Μικροβιολογίας.

2017-07-05T08:10:19+00:00 Ιανουάριος 1st, 2016|0 Comments

Leave A Comment