ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Λοίμωξη από τον ιό Ebola: επιδημιολογία, κλινικά χαρακτηριστικά και εργαστηριακή διάγνωση

Ρεγγίνα Βώρου1, Εμμανουήλ Παπαδογιαννάκης2
1.Γραφείο Στρατηγικού Σχεδιασμού και Πολιτικής, Κέντρο Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ)
2.Τομέας Κτηνιατρικής Δημόσιας Υγείας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ)

Στις 8 Αυγούστου 2014 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας διακήρυξε την επιδημία από Ebola στη Δυτική Αφρική ως επείγον συμβάν δημόσιας υγείας με διεθνείς επιπτώσεις, ως συνέπεια της πρωτοφανούς επέκτασής της. Κατά τη διάρκεια αυτής της επιδημίας καταγράφηκαν 28.500 κρούσματα και 11.315 θάνατοι. Η βιβλιογραφική μας αναζήτηση, η οποία καλύπτει την περίοδο 1976-2016, συνοψίζει τα δεδομένα σχετικά με την κλινική εικόνα, την εργαστηριακή διάγνωση, τον τρόπο μετάδοσης και την επιζωοτία τοπικών ή ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών. Ο ιός Ebola είναι γνωστός από το 1976, όταν και αναγνωρίστηκε κατά την ταυτόχρονη εμφάνισή του στις επιδημίες του Σουδάν και του Ζαΐρ. Σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, ο ιός προκαλεί το θάνατο στα πρωτεύοντα. Ακόμα, δεν έχουν γίνει πλήρως κατανοητά τα είδη των ζώων που αποτελούν τα υποδόχα του ιού στη φύση ή οι ξενιστές που προσβάλλονται και νοσούν. Ο ιός έχει ανιχνευτεί σε σκύλους και επιπολάζει στους πληθυσμούς των φρουτοφάγων νυχτερίδων στην Κεντρική Αφρική. Πειραματικά ο ιός έχει ενοφθαλμιστεί σε φρουτοφάγες και εντομοφάγες νυχτερίδες. Επιπλέον, η μακρά περίοδος ανομβρίας στις περιοχές στις οποίες έχει γίνει αποψίλωση των δασών της Δυτικής Αφρικής, καθώς και η συνακόλουθη προσαρμογή της συμπεριφοράς των άγριων ζώων, διευκολύνουν την μετάδοση του ιού από την άγρια πανίδα στον άνθρωπο. Ο τρόπος με τον οποίο μεταδίδεται ο ιός στους ανθρώπινους πληθυσμούς πραγματοποιείται μέσω επαφής με μολυσμένα πρωτεύοντα ή νυχτερίδες, επαφή με ανθρώπινο αίμα ή σωματικά υγρά (κυρίως κατά τη διάρκεια των τελετουργικών ταφών των θυμάτων), επαφή μέσω μολυσμένων αντικειμένων των ασθενών ή διασπορά μέσω μολυσμένων ιατρικών αντικειμένων, όπως οι σύριγγες, που προκαλούν νοσοκομειακή διασπορά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα κατά τη διάρκεια των επιδημιών που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι υγειονομικοί φορείς και οι διεθνείς ιατρικές αποστολές είναι η πρόκληση της έγκαιρης και έγκυρης εργαστηριακής διάγνωσης. Η εργαστηριακή διάγνωση επικεντρώνεται στην αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης με ανάστροφη μεταγραφάση (reverse transcription-PCR), χρησιμοποιώντας την ELISA αντιγόνων για διασταύρωση του αποτελέσματος της μοριακής τεχνικής και την ELISA αντισωμάτων για συγχρονικές μελέτες επιπολασμού. Έως σήμερα δεν έχει εγκριθεί κάποια θεραπεία ή εμβόλιο, όσο για τη μετάγγιση πλάσματος από ασθενείς που ανάρρωσαν, τα αποτελέσματα παραμένουν αμφιλεγόμενα.

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Μείζον σύστημα ιστοσυμβατότητας – Ανοσοπεπτιδίωμα, σύγχρονα δεδομένα

Ασημούλα Καββαδά, Μαρία Χατζηδημητρίου, Στέλλα Μήτκα
Αλεξάνδρειο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Θεσσαλονίκης (ΑΤΕΙΘ), Θεσσαλονίκη

Το Μείζον Σύστημα Ιστοσυμβατότητας (MHC) αποτελεί ένα πολυμορφικό και πολυγονιδιακό σύστημα, τα γονίδια του οποίου κωδικοποιούν τα HLA αντιγόνα. Το σύστημα οργανώνεται σε τρεις γονιδιακές τάξεις: την τάξη Ι, την τάξη ΙΙ και την τάξη ΙΙΙ. Τα HLA αντιγόνα κωδικοποιούνται από γονίδια των τάξεων Ι και ΙΙ. Τα γονίδια κληρονομούνται σύμφωνα με τους νόμους του Μέντελ ως ένα ενιαίο σύνολο. Τα HLA αντιγόνα αποτελούνται από μια βαριά και μια ελαφριά αλυσίδα και φέρουν μια σχισμοειδή θήκη, πάνω στην οποία συνδέονται τα αντιγονικά πεπτίδια. Τα HLA μόρια τάξης Ι εντοπίζονται σε όλα τα εμπύρηνα κύτταρα ενώ τα HLA μόρια τάξης ΙΙ εντοπίζονται σε ορισμένα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα. Στα HLA μόρια της τάξης Ι συνδέονται ενδογενή αντιγόνα, τα οποία παρουσιάζονται στα Τ-κυτταροτοξικά λεμφοκύτταρα, ενώ στης τάξης ΙΙ συνδέονται τα εξωγενή αντιγόνα, τα οποία παρουσιάζονται στα Τ-βοηθητικά λεμφοκύτταρα (MHC περιορισμός). Ως εκ τούτου, ο κύριος βιολογικός του ρόλος είναι η ρύθμιση της ανοσιακής απάντησης. Το Μείζον Σύστημα Ιστοσυμβατότητας βρίσκει εφαρμογές σε διάφορους τομείς, με κυριότερο τις μεταμοσχεύσεις. Επίσης σχετίζεται με τη γενετική προδιάθεση και αντίσταση του οργανισμού στα διάφορα νοσήματα και την επιλογή συντρόφου.Ένας μεγάλος κλάδος του συστήματος που βρίσκεται υπό μελέτη είναι το MHC ανοσοπεπτιδίωμα, δηλαδήτο σύνολο των πεπτιδίων που παρουσιάζονται από τα HLA αντιγόνα. Τα ανοσοπεπτίδια χωρίζονται σε πεπτίδια τάξης Ι και στα πεπτίδια τάξης ΙΙ. Τα MHC πεπτίδια αποτελούν προϊόντα αποδόμησης φυσιολογικών και παθολογικών πρωτεϊνών, με τα πεπτίδια της τάξης Ι να φέρουν το μεγαλύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον,καθώς προέρχονται από ενδογενείς πρωτεΐνες. Από αυτές, οι σημαντικότερες είναι τα ταχέως αποδομούμενα πολυπεπτίδια–RDPs.Τα RDPs χωρίζονται στις βραχύβιες πρωτεΐνες-SLiPs και στα δυσλειτουργικά ριβοσωμικάπροϊόντα-DRiPs.Τα DRiPs αποτελούν το μέσο της γρήγορης αναγνώρισης των ιικών αντιγόνων και υποστηρίζεται πως συνδέονται στην παρακολούθηση των καρκινικών διεργασιών, αν και η σύστασή τους δεν έχει καθοριστεί πλήρως. Οι γνώσεις που αφορούν στο MHC  ανοσοπεπτιδίωμα δύναται να εφαρμοστούν στην ανοσοθεραπεία του καρκίνου, στην παρασκευή εμβολίων  και στην κατανόηση των αυτοάνοσων νόσων.Πλέον η μελέτη του έχει διευκολυνθεί πολύ με τη χρήση της σύγχρονης μεθόδου φασματομετρίας μάζας SWATH-MS και τη ψηφιακή καταμέτρηση των MHC πεπτιδίων.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Γενετικές παραλλαγές των γονιδίων του Ureaplasma parvum των σχετιζόμενων με αντοχή στις μακρολίδες

Τζιμούλα Κοτρώτσιου, Μαρία Εξηντάρη, Ευδοξία Δίζα, Γεωργία Γκιούλα, Αγγελική Μελίδου,Νικόλαος Μαλισιόβας
Μικροβιολογικό Εργαστήριο, Τμήμα Ιατρικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη,Ελλάδα

Οι μακρολίδες χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία λοιμώξεων από Ureaplasma. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση γενετικών παραλλαγών σε γονίδια στελεχών  Ureaplasma parvum με αυξημένες τιμές MIC στην ερυθρομυκίνη. Εννέα στελέχη U. parvum  (τέσσερα στελέχη με MIC ≤ 8μg/ml και πέντε στελέχη με MIC ≤ 8μg/ml) μελετήθηκαν μοριακά για αν-θεκτικότητα στις μακρολίδες. Το οπερόνιο 23S rRNA, τα γονίδια των ριβοσωματικών πρωτεϊνών L4 και L22 των υπό μελέτη στελεχών ενισχύθηκαν και οι αλληλουχίες τους συγκρίθηκαν με στελέχη αναφοράς αντίστοιχου γενοτύπου. Συνολικά, 15 σημειακές μεταλλάξεις αναγνωρίσθηκαν.  Τα στελέχη με υψηλές MIC στην ερυθρομυκίνη διέθεταν περισσότερες της μία σημειακές μεταλλάξεις στα γονίδια στόχους. Η σημειακή μετάλλαξη A196G στο γονίδιο της πρωτείνης L22 και η αντίστοιχη αμινοξική αλλαγή (N66D) στην πρωτεΐνη αναφέρονται για πρώτη φορά βιβλιογραφικά. Συμπερασματικά, σε στελέχη U.parvum με μειωμένη ευαισθησία στις μακρολίδες ανιχνεύθηκαν γενετικές παραλλαγές γονιδίων ήδη γνωστές αλλά και νέες, που καταδεικνύουν πιθανή συσχέτιση με ανθεκτικότητα στην συγκεκριμένη ομάδα αντιβιοτικών.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Συγκριτική μελέτη της επίπτωσης του ανοσοκατασταλτικού σχήματος με ή χωρίς αναστολέα του συμπλέγματος-στόχου της ραπαμυκίνης των θηλαστικών στην αιματολογική εικόνα, στο προφίλ των λοιμώξεων και στην ιαιμία από κυτταρομεγαλοϊό σε ασθενείς με νεφρική μεταμόσχευση

Ευαγγελία Μυσερλή1, Μαγδαληνή Παγάνα1, Ευαγγελία Δάφα1, Γρηγόριος Μυσερλής2,Αγγελική Καρυώτη1,
Άννα Διαμαντοπούλου1, Αικατερίνη Καραντάνη1, Ελένη Βαγδατλή1,Βασίλειος Παπανικολάου2,
Σοφία Διονυσοπούλου3, Ελένη Σιδηροπούλου3
1.Εργαστήριο Βιοπαθολογίας, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
2.Χειρουργική Κλινική Μεταμοσχεύσεων, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ιπποκράτειο Γενικό
Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη
3.Εργαστήριο Βιοπαθολογίας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

Στις μεταμοσχεύσεις συμπαγών οργάνων η εφαρμογή διαφόρων ανοσοκατασταλτικών σχημάτων σχετίζεται με διαταραχές στην αιματολογική εικόνα, αυξημένη επίπτωση λοιμώξεων και κακοηθειών. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η καταγραφή και σύγκριση της αιματολογικής εικόνας και των λοιμώξεων ασθενών με νεφρική μεταμόσχευση που ελάμβαναν είτε αναστολέα του συμπλέγματος στόχου της ραπαμυκίνης των θηλαστικών – mTOR αναστολέα (mammalian target of rapamycin inhibitor) ή παράγωγα του μυκοφαινολικού οξέος (MPAs) σε συνδυασμό με αναστολείς της καλσινευρίνης (CNIs) και κορτικοειδή (M). Μελετήθηκαν 25 ασθενείς με νεφρική μεταμόσχευση οι οποίοι χωρίσθηκαν σε 2 ομάδες ανάλογα με το αν ελάμβαναν mTOR αναστολείς ή όχι. Οι δύο  ομάδες δεν διέφεραν μεταξύ τους στην CMV οροθετικότητα μεταξύ δότη και λήπτη. Η νεφρική λειτουργία των ασθενών ήταν σταθερή και στις δύο ομάδες κατά την διάρκεια της μελέτης. Καταγράφηκαν και συγκρίθηκαν ανά δύο μήνες μεταξύ των δύο ομάδων ο συνολικός αριθμός των λευκών, ο αιματοκρίτης και τα αιμοπετάλια, καθώς επίσης και τα επίπεδα του ινωδογόνου στο τέλος του έτους. Επίσης, μελετήθηκαν ο αριθμός και το είδος των λοιμώξεων (ουρολοιμώξεις, λοιμώξεις αναπνευστικού συστήματος, γαστρεντερικού συστήματος, CMV λοιμώξεις /και ιαιμία, λοιμώξεις από HSV, λοιμώξεις τραύματος). Η στατιστική ανάλυση έγινε με τη μέθοδο του Student T-test και του χ2 (Chi-square) με το στατιστικό πρόγραμμα SPSS.20 για Windows. Μεταξύ των δύο ομάδων δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στο συνολικό αριθμό των λευκών, του αιματοκρίτη, των αιμοπεταλίων και του ινωδογόνου στα μεσοδιαστήματα της μελέτης. Στατιστικά σημαντικά μικρότερο ποσοστό ασθενών που ελάμβαναν mTOR αναστολείς εμφάνισαν CMV λοίμωξη /και ιαιμία και λοιμώξεις αναπνευστικού. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων όσον αφορά τις καταγραφόμενες λοιμώξεις ουροποιητικού, γαστρεντερικού, τραύματος και την λοίμωξη από την ομάδα των HSV ιών. Συμπερασματικά σε ασθενείς με νεφρική μεταμόσχευση, η ανοσοκαταστολή με mTOR αναστολείς, δεν επηρεάζει την αιματολογική εικόνα και σχετίζεται με μειωμένη συχνότητα CMV λοίμωξης ή και ιαιμίας, σε σύγκριση με ανοσοκαταστολή που περιλαμβάνει παράγωγα του μυκοφαινολικού οξέος.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Η διαχρονική εξέλιξη των λοιμωδών νοσημάτων και της Μικροβιολογίας στην Ελλάδα τον 20ό αιώνα,  μέσα από τις επιστημονικές ανακοινώσεις στην Ιατρική Εταιρεία Αθηνών (1900-1935)

Κωνσταντίνος Τσιάμης1, Γεωργία Βρυώνη1, Ευάγγελος Βογιατζάκης2, Αθανάσιος Τσακρής1
1.Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
2.Εργαστήριο Μικροβιολογίας ΓΝNΘΑ «Η Σωτηρία», Αθήνα

Αντικείμενο της εργασίας είναι η παρουσίαση της εξέλιξης της Μικροβιολογίας και του νοσολογικού φάσματος της Ελλάδας κατά το Μεσοπόλεμο. Πηγή πληροφόρησης αποτέλεσαν οι διαλέξεις στην Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, κατά την περίοδο 1900-1935 που αφορούσαν θέματα μικροβιολογικού ενδιαφέροντος, διαφόρων ιατρικών πεδίων. Η θεματολογία των ανακοινώσεων στην Ιατρική Εταιρεία Αθηνών αφορούσε τη μορφολογία των μικροοργανισμών, τη διάγνωση και τη θεραπεία λοιμωδών νοσημάτων και μικρές ή μεγαλύτερες επιδημίες. Από την ανάλυση των ανακοινώσεων φαίνεται, ότι τα κύρια λοιμώδη νοσήματα στην Ελλάδα, την περίοδο της μελέτης μας, ήταν η ελονοσία, ο τύφος και η φυματίωση. Επίσης, η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη επιδημία του δάγκειου πυρετού (1927). Τα άλλα νοσήματα, όπως η πανώλης, η ευλογιά, η χολέρα, εμφανίζονται ως επιδημικές εξάρσεις, με χαμηλή θνητότητα. Επίσης, φαίνεται ότι κατά το Μεσοπόλεμο, οι διαλέξεις στην Ιατρική Εταιρεία Αθηνών ακολουθούσαν την επικαιρότητα της εποχής για τα σοβαρά λοιμώδη νοσήματα στη χώρα. Εξαίρεση αποτελεί η έλλειψη διαλέξεων για την Ισπανική γρίπη (1918), τη σύφιλη και τα λοιμώδη νοσήματα στους προσφυγικούς πληθυσμούς των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ-ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ