Ριβονουκλεοπρωτεϊνικά σωματίδια Vault : ο φυσιολογικός ρόλος και
η λειτουργία τους

Διονυσία Μαρίνου, Βασιλική Πιτυρίγκα, Μαρία Μαυρούλη, Αθανάσιος Τσακρής,
Ιωάννης Ρούτσιας
Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τα vaults είναι ογκώδη ριβονουκλεοπρωτεϊνικά σωματίδια, με μοριακό βάρος 13 MDa, που
εντοπίζονται στο κυτταρόπλασμα πολλών ευκαρυωτικών κυττάρων. Ανακαλύφθηκαν για πρώτη
φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Τα σωματίδια αυτά, αποτελούνται από την Major Vault
Protein (MVP), την Vault Poly- (ADP-Ribose) -Polymerase (VPARP), την Telomerase-associated Protein
(TEP1) και vault RNAs (vRNAs). Υπάρχουν περίπου 10.000 vault σωματίδια ανα κύτταρο.
Τα vaults εντοπίζονται στο κυτταρόπλασμα, όπου συχνά συνδέονται και με στοιχεία του
κυτταροσκελετού. Ένα μικρό ποσοστό τους, όμως, φαίνεται να συνδέεται και με τον πυρήνα. Ο βιολογικός
τους ρόλος δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Ωστόσο, η δομή τους και ο υποκυτταρικός εντοπισμός
τους, δείχνουν ότι τα σωματίδια αυτά διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην ενδοκυτταρική
μεταφορά. Έχει υποστηριχθεί, επίσης, ότι τα vaults έχουν κάποιο ρόλο στην αντίσταση που
παρουσιάζουν οι ασθενείς με καρκίνο στην φαρμακευτική αγωγή. Στα vaults έχουν αποδοθεί και
κάποιες άλλες λειτουργίες, όπως, είναι η συμμετοχή τους στην κυτταρική σηματοδότηση, στην
κυτταρική επιβίωση και στην επιδιόρθωση του DNA. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν
πρόσφατες μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες τα vaults θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην
νανοβιοτεχνολογία. Έχουν γίνει προσπάθειες να δημιουργηθούν ανασυνδυασμένα vaults που θα
χρησιμοποιηθούν ως μεταφορείς. Τα σωματίδια αυτά είναι ικανά να χρησιμοποιηθούν ως
μεταφορείς εμβολίων, φαρμάκων και άλλων μoρίων σε στοχευμένες περιοχές ενεργοποιώντας το
ανοσολογικό σύστημα. Τέλος, πρωταρχικά αποτελέσματα από ερευνητική μελέτη στο εργαστήριό
μας, δείχνουν ότι η MVP είναι αυξημένη σε ασθενείς με φλεγμονή λοιμώδους αιτιολογίας. Τα
ευρήματα αυτά έρχονται να ενισχύσουν υπάρχουσες μελέτες σύμφωνα με τις οποίες τα vaults
φαίνεται να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στις λοιμώξεις.

Λέξεις κλειδιά
Vaults, MVP, λοίμωξη, εμβόλιο

Ο ρόλος των Ανθρώπινων Λευκοκυτταρικών Αντιγόνων (HLA – Human Leukocyte Antigens) και των γενετικών τους
πολυμορφισμών στην λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β

Ευαγγελία Μυσερλή1, Ασημίνα Φυλάκτου2, Γεωργία Γκιούλα1
1Εργαστήριο Ηπατολογίας, Β΄ Παθολογική Κλινική Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ιατρικό
Τμήμα, Σχολή Επιστημών Υγείας Α.Π.Θ.
2Εθνικό Περιφερειακό Κέντρο Ιστοσυμβατότητας – Τμήμα Ανοσολογίας, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο
Θεσσαλονίκης

Η κλινική εικόνα της λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτδας Β (Hepatitis B virus – HBV) ποικίλλει
σημαντικά από άτομο σε άτομο και επηρεάζεται από παράγοντες περιβαλλοντικούς αλλά και γενετικούς
που αφορούν τόσο στον ξενιστή όσο και και στον ίδιο τον ιό. Το Μείζον Σύμπλεγμα
Ιστοσυμβατότητας (Major Histocompatibility Complex – MHC) περιλαμβάνει τα γονίδια που
καθορίζουν την έκφραση των Ανθρώπινων Λευκοκυτταρικών Αντιγόνων (Human Leucocyte Antigens
– HLA) τα οποία παίζουν καταλυτικό ρόλο στην ανοσιακή απάντηση γι’ αυτό και οι
πολυμορφισμοί των αλληλομόρφων γονιδίων τους είναι δυνατόν να επηρεάσουν την έκβαση της
λοίμωξης από οποιοδήποτε παθογόνο. Σύμφωνα με μελέτες ευρείας γονιδιωματικής συσχέτισης
(Genome Wide Association Studies – GWAS) που έχουν γίνει σε διάφορους πληθυσμούς φαίνεται
ότι οι πολυμορφισμοί αυτών των γονιδίων καθορίζουν σημαντικά την πορεία της HBV λοίμωξης.
Έχει δειχθεί ότι συγκεκριμένοι πολυμορφισμοί τόσο στά HLA τάξης Ι όσο και στα HLA τάξης ΙΙ
γόνίδια συσχετίζονται με προδιάθεση για μετάπτωση της λοίμωξης σε χρονιότητα, ενώ ταυτόχρονα άλλοι έχουν
συνδεθεί με προστασία από την ανάπτυξη χρόνιας ηπατίτιδας Β. Γονιδιακοί πολυμορφισμοί στην περιοχή
των HLA-DR και κυρίως των HLA-DP έχουν συσχετισθεί από σειρά μελετών με την αυτόματη κάθαρση του
HBsAg ή και την εκρίζωση του ιού σε χρόνιους φορείς. Η πιθανότητα κάθετης μετάδοσης του ιού έχει και
αυτή συνδεθεί με συγκεκριμένα αλληλόμορφα των HLA γονιδίων. Αναφορικά με την απαντητικότητα των
ατόμων στον εμβολιασμό φαίνεται ότι άλλοι σημειακοί γονιδιακοί πολυμορφισμοί (SNPs – Single Nucleotide
Polymorphisms) των HLA γονιδίων, και κυρίως των τάξης ΙΙ, συνδέονται με αντίσταση στον εμβολιασμό ενώ
άλλοι με παραγωγή υψηλού τίτλου αντισωμάτων. Ωστόσο, τα συμπεράσματα για την συσχέτιση των
διαφόρων HLA πολυμορφισμών με την κλινική εικόνα της HBV λοίμωξης ποικίλλουν σημαντικά ανάμεσα στους
πληθυσμούς διαφορετικών εθνικοτήτων και συχνά μπορεί να είναι και αντικρουόμενα. Συνεπώς, είναι
αναγκαία η διενέργεια περαιτέρω μελετών σε περισσότερους πληθυσμούς και σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο
αριθμό ατόμων ώστε να αποσαφηνιστεί ο ρόλος των HLA πολυμορφισμών στην παθογένεση της HBV
λοίμωξης και να καταστεί δυνατή η εξατομικευμένη παρακολούθηση αυτών των ασθενών με την βοήθεια
κατάλληλων γενετικών δεικτών στο μέλλον.

Λέξεις κλειδιά
HLA πολυμορφισμοί, HBV λοίμωξη, ηπατίτιδα Β, Μείζον Σύμπλεγμα Ιστοσυμβατότητας

Συγκριτική αξιολόγηση της καλλιέργειας σε εκλεκτικά υλικά και της PCR για την ανίχνευση
του Fusobacterium necrophorum και του Fusobacterium nucleatum σε φαρυγγικά δείγματα

Βικτωρία Μελά1,2, Αγγελική Πανταζάτου2, Αθανάσιος Τσακρής1, Γεώργιος Λ. Πετρίκκος3,
Σωτήριος Τσιόδρας3, Άννα Ψαρού4 και Ιωσήφ Παπαπαρασκευάς1*
1Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
2Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Λαϊκό»
3Τέταρτη Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστη-
μιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Αττικόν»
4Πρώτη Παθολογική Κλινική, 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών

Στην παρούσα μελέτη διενεργήθηκε σύγκριση της καλλιέργειας σε εκλεκτικά υλικά (Fusobacterium
άγαρ εμπλουτισμένο με 4 mg/L βανκομυκίνη και 8 mg/L νεομυκίνη) με την PCR (με στόχους
τα γονίδια rpoB και haem του Fusobacterium necrophorum και τμήμα του 16S rDNA ειδικό του Fusobacterium
nucleatum) με σκοπό την άμεση ανίχνευση των ειδών σε φαρυγγικά δείγματα 88 ασθενών με εικόνα φαρυγγοαμυγδαλίτιδας.
Συνολικά δείγματα από 49 ασθενείς ήταν θετικά με την καλλιέργεια, στα οποία η PCR έδωσε θετικά
αποτελέσματα σε 38 (43,1%) και οκτώ (9,1%) για τα είδη F. nucleatumή F. necrophorum, αντίστοιχα,
ενώ σε δύο ακόμη ασθενείς (2.3%) αμφότερα τα παθογόνα ανευρέθηκαν. Μόνο ένα δείγμα, θετικό
με την καλλιέργεια για το είδος F. nucleatumήταν αρνητικό με την PCR. Σε αντίθεση, στα δείγματα
των υπόλοιπων 39 ασθενών, τα οποία ήταν αρνητικά με την καλλιέργεια, πέντε (5,7%) και δύο
(2,3%) ήταν θετικά με την PCR για τα είδη F. nucleatumή F. necrophorum, αντίστοιχα. Η ταυτοποίηση
σε επίπεδο υπο-είδους ανέδειξε ότι σε όλα τα δείγματα που ανευρέθηκε το είδος F. necrophorum,
αυτό ταυτοποιήθηκε ως F. necrophorum ssp. funduliforme. Η ευαισθησία, ειδικότητα, θετική και
αρνητική προγνωστική αξία της PCR για το 16S rDNA (ανίχνευση του F. nucleatum) ήταν 97,6%,
89,4%, 88,9 και 97,7%, αντίστοιχα, ενώ οι αντίστοιχες τιμές για την PCR του γονιδίου rpoB
(ανίχνευση του F. necrophorum) ήταν 100,0%, 97,4%, 83,3 και 100,0%, σε σύγκριση με την καλλιέργεια.
Συμπερασματικά, η PCR αποδείχθηκε ότι διαθέτει υψηλότερη δυνατότητα ανίχνευσης από την
συμβατική καλλιέργεια σε εκλεκτικά υλικά, αφού ανίχνευσε τα παθογόνα σε κλινικά δείγματα
αρνητικά με την καλλιέργεια. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι παρόμοια αποτελέσματα έχουν καταγραφεί
και σε άλλα αναερόβια είδη, το «χρυσό πρότυπο» της αναερόβιας καλλιέργειας χρειάζεται επα-
ναξιολόγηση στην εποχή της μοριακής μικροβιολογίας.

Λέξεις κλειδιά
PCR, καλλιέργεια, Fusobacterium nucleatum, Fusobacterium necrophorum, φαρυγγοαμυγδαλίτιδα

Λοίμωξη από ιό Epstein-Barr (EBV) και αντιδραστικότητα για αντισώματα HIV σε δότη αιμοπεταλίων πρώτης φοράς

Φρατζέσκα Μπαζίγου1, Αλίκη Βελισσάρη1, Αφροδίτη Χαιροπούλου2, Σοφία Μπαλιάγα2,
Λίλιαν Καβαλλιέρου1
1Νοσοκομειακή Υπηρεσία Αιμοδοσίας Αμαλία Φλέμιγκ, 2Νοσοκομειακή Υπηρεσία Αιμοδοσίας Σισμανόγλειο
Γενικό Νοσοκομείο Αττικής Σισμανόγλειο-Αμαλία Φλέμιγκ

Γυναίκα, 18 ετών, φοιτήτρια, προσήλθε ως δότης πρώτης φοράς στην Υπηρεσία Αιμοδοσίας, για
προσφορά αιμοπεταλίων. Κατά τον προαιμοληπτικό ορολογικό έλεγχο βρέθηκε εντόνως θετική
για αντισώματα έναντι του HIV με ανοσολογική μέθοδο μικροσωματιδιακής χημειοφωταύγειας.
Η αρνητική επιβεβαιωτική δοκιμασία Western Blot (WB), το αρνητικό HIV p24 αντιγόνο και ο
αρνητικός μοριακός έλεγχος NAT για HCV RNA/HIV-1 RNA/ HBV DNA επιβεβαίωσαν ότι η δότης δεν
ήταν μολυσμένη με HIV. Ο λοιπός εργαστηριακός έλεγχος αποκάλυψε λοίμωξη από ιό Epstein-
Barr (EBV) με θετικά αντισώματα έναντι του ιϊκού καψιδιακού αντιγόνου (VCA IgM και VCA IgG)
και θετικά ετερόφιλα αντισώματα. Η αιτιολογία ύπαρξης ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων
ανοσολογικού ορολογικού ελέγχου ως προς HIV εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και υποκείμενες
νοσολογικές καταστάσεις. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα ανοσολογικού ορολογικού ελέγχου ως
προς HIV μπoρεί να εμφανισθούν σπάνια, σε περιπτώσεις όπoυ τo υπό εξέταση άτoμo πάσχει από
κάπoια άλλη ιoγενή λoίμωξη και υπάρχει πιθανότητα διασταυρoύμενης αντίδρασης. Επίσης μπoρεί
να οφείλονται στην σύνδεση των ετερόφιλων αντισωμάτων με τις ανοσοσφαιρίνες άλλων ζωικών ειδών, οι
οποίες περιέχονται στα κυκλοφορούντα στο εμπόριο αντιδραστήρια.

Λέξεις κλειδιά
Μη ειδική αντίδραση για HIV, EBV λοίμωξη, αιμοδότης

Ερωτήσεις – Απαντήσεις