ΔΕΛΤΙΟ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ – ΜΑΡΤΙΟΥ 2018 (ΤΟΜΟΣ 63, Τεύχος 1)

//ΔΕΛΤΙΟ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ – ΜΑΡΤΙΟΥ 2018 (ΤΟΜΟΣ 63, Τεύχος 1)

Αλλαγές στην επιδημιολογία των βακτηριακών λοιμώξεων στην κίρρωση του ήπατος – Ο ρόλος των πολυανθεκτικών μικροβίων

Ηλιάνα Μάνη, Λαρίσα Βασίλιεβα, Αλεξάνδρα Αλεξοπούλου, B’ Παθολογική Κλινική και Ομώνυμο Εργαστήριο, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΓΝΑ «Ιπποκράτειο»

Οι λοιμώξεις αποτελούν συχνό και δυσεπίλυτο πρόβλημα στη διαχείριση των κιρρωτικών ασθενών οδηγώντας σε επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας, επεισόδια ρήξης της αντιρρόπησης και αύξηση της θνητότητας. Η αυξημένη επίπτωση των λοιμώξεων στην ομάδα αυτή συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό είναι αποτέλεσμα ανεπάρκειας τοπικών και συστηματικών αμυντικών μηχανισμών σε συνδυασμό με το φαινόμενο της βακτηριακής μετατόπισης. Τα υπεύθυνα παθογόνα προέρχονται συνήθως από την ενδογενή χλωρίδα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση λοιμώξεων όπως η αυτόματη βακτηριακή περιτονίτιδα και η αυτόματη μικροβιαιμία.

Αν και παραδοσιακά οι λοιμώξεις αυτές οφείλονται σε Gram-αρνητικά παθογόνα, αλλαγές στην επιδημιολογία, όπως η αύξηση των λοιμώξεων από Gram-θετικούς κόκκους και η εμφάνιση πολυανθεκτικών στελεχών στα αντιβιοτικά αποτελούν αναδυόμενα προβλήματα τα τελευταία έτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιτυχής αντιμετώπιση εξαρτάται από την απομόνωση του υπεύθυνου παθογόνου και τον καθορισμό της αντοχής του στα αντιβιοτικά. Δεδομένου ότι οι μισές από τις καλλιέργειες των κιρρωτικών ασθενών με λοίμωξη είναι αρνητικές, η εμπειρική χορήγηση αντιβιοτικών δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Η συχνότητα των πολυανθεκτικών μικροβίων και ο βαθμός της ανθεκτικότητάς τους ποικίλει αναλόγως την γεωγραφική περιοχή. Συνεπώς, η έως τώρα συνιστώμενη εμπειρική αντιμικροβιακή αγωγή έχει καταστεί σε σημαντικό βαθμό αναποτελεσματική και οι στρατηγικές αντιμετώπισης των λοιμώξεων στην κίρρωση έχουν αναθεωρηθεί. Προτεινόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος αποτελούν η επιτήρηση των λοιμώξεων, η καταγραφή του αποικισμού σε κάθε κέντρο, η γνώση του πρότυπου της ανθεκτικότητας των μικροβιων και η λήψη μέτρων για τον περιορισμό της.

Λέξεις κλειδιά: βακτηριακές λοιμώξεις, κίρρωση, πολυανθεκτικά μικρόβια

Μύκητες του γένους Malassezia ως αιτιολογικοί παράγοντες δερματικών λοιμώξεων του ανθρώπου και του σκύλου: Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας

Βασίλειος Σταυρόπουλος, Γεώργιος Φιλιούσης, Εργαστήριο Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων, Τμήμα Κτηνιατρικής,, Σχολή Επιστημών Υγείας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη

Τα είδη του γένους Malassezia αποτελούν τους μοναδικούς ευκαρυωτικούς μικροοργανισμούς της φυσιολογικής χλωρίδας του δέρματος του ανθρώπου και των ζώων. Η παθογόνος δράση τους ως αίτιο δερματοπαθειών εγείρει συνεχείς προβληματισμούς.

Από τα 14 αναγνωρισμένα είδη του γένους, τα 8 ενοχοποιούνται για την πρόκληση δερματικών αλλοιώσεων συνηθέστερα σε περιοχές πλούσιες σε σμηγματογόνους αδένες. Ο τρόπος με τον οποίο από φυσιολογική χλωρίδα μεταπίπτουν σε παθογόνους μικροοργανισμούς δεν έχει πλήρως διαλευκανθεί. Η Malassezia furfur είναι το είδος το οποίο έχει κατεξοχήν συνδυαστεί με την πρόκληση νοσημάτων του δέρματος του ανθρώπου όπως η πoικιλόχρoυς πιτυρίαση, η θυλακίτιδα από Pityrosporum, η σμηγματoρρoϊκή δερματίτιδα και η ατoπική δερματίτιδα. Σημαντικό ρόλο  στην εκδήλωση αυτών των νοσημάτων διαδραματίζoυν η κακή διατρoφή, η λήψη κορτικοστεροειδών και η μακρόχρονη χρήση αντιβιοτικών. Η M. pachydermatis, ένα ιδιαίτερα λιπόφιλο είδος, απομονώνεται από το δέρμα και τον έξω ακουστικό πόρο και το δέρμα υγιών σκύλων σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά. Η διαβίωση του ζώου σε υγρό περιβάλλον, η φυσική πτύχωση του δέρματος, η υπερέκκριση σμήγματος και η παρατεταμένη χρήση γλυκοκορτικοειδών ή και αντιβιοτικών είναι παράγοντες που προάγουν την ανάπτυξη της. Η κλινική εκδήλωση της  στο σκύλο χαρακτηρίζεται από εντοπισμένες ή γενικευμένες κνησμώδεις δερματικές αλλοιώσεις με ερύθημα, αλωπεκία με έντονη όξινη οσμή.

Η μετάδοση της M. pachydermatis από σκύλους σε ανασοκατασταλμένους ανθρώπους έχει τεκμηριωθεί. Επίσης έχουν αναφερθεί μελέτες στις οποίες ανθρωπόφιλα είδη Malassezia απομονώθηκαν από σκύλους, κάνοντας πιθανή τη θεώρηση των μυκητιακών αυτών λοιμώξεων ως ζωονόσους.

Λέξεις κλειδιά: Malassezia spp., λοιμώξεις του δέρματος, άνθρωπος, σκύλος

Εμφάνιση, επιπολασμός και μηχανισμοί αντοχής στις φλουοροκινολόνες της Neisseria gonorrhoeae: Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας

Κωνσταντίνος Στεφανάκης, Μαρία Στεφανάκη, Καλλιόπη Θεοδωρίδου, Κωνσταντίνος Τσιάμης, Γεωργία Βρυώνη, Εργαστήριο Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η γονόρροια είναι ένα ευρέως διαδεδομένο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα που αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία λόγω κυρίως της αντοχής του υπεύθυνου παθογόνου, Neisseria gonorrhoeae, στο σύνολο των χημειοθεραπευτικών που έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα ως θεραπεία. Σταδιακά η N. gonorrhoeaeκατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα ανέπτυξε αντοχή, με χρονολογική σειρά, σε σουλφοναμίδες, πενικιλίνη, τετρακυκλίνες και σπεκτινομυκίνη. Οι φθοριοκινολόνες, ιδιαίτερα η σιπροφλοξασίνη, αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές έναντι του παθογόνου με αποτέλεσμα να αποτελέσουν θεραπεία εκλογής για τη γονόρροια. Η χρήση τους ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο, η εμφάνιση στελεχών N. gonorrhoeaeμε αντοχή στις κινολόνες (quinolone-resistant N. gonorrhoeae,QRNG), αρχικά σε περιοχές της Ανατολικής Ασίας και Δυτικού Ειρηνικού και στη συνέχεια σε όλο τον κόσμο, είχε σαν αποτέλεσμα την μείωση της χρησιμοποίησής τους ως θεραπεία εκλογής για τη γονόρροια και την σταδιακή κατάργησή της από τα προτεινόμενα εμπειρικά θεραπευτικά σχήματα.

Οι φθοριοκινολόνες επιδρούν άμεσα στην σύνθεση του DNA με την παρεμπόδιση της DNA γυράσης και της τοποισομεράσης ΙV. Τα γονίδια GyrA και ParC, που κωδικοποιούν τις δομικά ομόλογες υπομονάδες των παραπάνω ενζύμων, είναι οι κύριοι στόχοι πολλών μεταλλάξεων που επιφέρουν αντοχή στις κινολόνες. Επιπλέον, αλλαγές στη διαπερατότητα της βακτηριακής κυτταροπλασματικής μεμβράνης, λόγω της αύξησης του αριθμού των αντλιών εκροής, εμποδίζει το φάρμακο από το να φτάσει στον στόχο του. Η αναλυτική μελέτη των μηχανισμών αυτών μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη νέων αντιμικροβιακών ουσιών. Σήμερα, η αζιθρομυκίνη και οι κεφαλοσπορίνες είναι τα αντιβιοτικά εκλογής για τη θεραπεία της γονόρροιας. Βέβαια, η επιδημιολογική έρευνα της αντοχής της N. gonorrhoeaeείναι μεγάλης σημασίας για τη δημόσια υγεία. Δυστυχώς πρόσφατα ευρήματα και προειδοποιήσεις του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας συνηγορούν στο ότι η N. gonorrhoeaeενδέχεται να εξελίσσεται σε παν-ανθεκτικό μικροοργανισμό.

Λέξεις κλειδιά: γονόρροια, Neisseria gonorrhoeae, κινολόνες, αντοχή, QRNG

In vitro δραστικότητα της κεφταρολίνης έναντι ανθεκτικών στην μεθικιλλίνη στελεχών Staphylococcus aureus από μικροβιαιμίες και επιπεπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων και ενημέρωση σχετικά με τα νέα όρια ερμηνείας της EUCAST.

Αγγελλική Πανταζάτου1, Όλγα Αποστόλου1, Ιωάννης Δεληολάνης1, Γεώργιος Μαρόπουλος1, Αθανάσιος Πρίφτης2, Αθανάσιος Τσακρής2, Ιωσήφ Παπαπαρασκευάς2

1.Τμήμα Μικροβιολογίας, «Λαϊκό» Γενικό Νοσοκομείο, 115 27 Αθήνα, Ελλάδα

2.Τμήμα Μικροβιολογίας, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 115 27 Αθήνα, Ελλάδα

Η φοσαμιλική κεφταρολίνη είναι μια νέα κεφαλοσπορίνη δραστική έναντι στελεχών Staphylococcus aureus ανθεκτικών στην μεθικιλλίνη (MRSA) και πολυανθεκτικών στελεχών Streptococcus pneumoniae (MDRSpn). Ο στόχος της μελέτης είναι ο έλεγχος της δραστικότητας του σκευάσματος έναντι στελεχών MRSA από καλλιέργειες αίματος και επιπλεγμένων λοιμώξεων δέρματος και μαλακών μορίων (CSSSI), η σύγκριση των τρεχόντων οδηγιών ερμηνείας CLSI και EUCAST, η αξιολόγηση της μεθόδου διάχυσης του δίσκου για τον έλεγχο ευαισθησίας και η διερεύνηση των υποκείμενων μηχανισμών στα οριακά και / ή ανθεκτικά στελέχη.

Συνολικά 329 στελέχη MRSA ενσωματώθηκαν στην μελέτη. Το εύρος των τιμών της Ελάχιστης Ανασταλτικής Πυκνότητας (ΕΑΠ) της κεφταρολίνης ήταν 0,064-4 mg/L. Οι τιμές ΕΠΑ50 και ΕΑΠ90 ήταν 0,5 και 1 mg/L, αντίστοιχα. Τρία στελέχη είχαν ΕΑΠ = 4 mg/L και αξιολογήθηκαν ως ανθεκτικά, χρησιμοποιώντας τις κατευθυντήριες οδηγίες CLSI M100 28th Ed., ενώ 15 στελέχη είχαν ΕΑΠ = 2 mg/L και κατηγοριοποιήθηκαν ως ενδιάμεσα. Τα συγκεκριμένα 18 στελέχη αξιολογήθηκαν ως ανθεκτικά χρησιμοποιώντας της κατευθυντήριες οδηγίες EUCAST v7.1, όμως με την χρήση των ανανεωμένων οδηγιών EUCAST v8.0 η κατηγοριοποίηση συμφώνησε με εκείνη των οδηγιών της CLSI. Η μέθοδος διάχυσης δίσκων (ΔΔ), με την χρήση των οδηγιών EUCAST v7.1 παρουσίασε πολύ μεγάλα σφάλματα σε ποσοστό 0,3% και μεγάλα σφάλματα σε ποσοστό 5,2% (σε στελέχη με ΕΑΠ = 1 mg/L), όμως με τις αναθεωρημένες οδηγίες EUCAST v8.0 τα μεγάλα σφάλματα μειώθηκαν στο 1,5% και αντικαταστάθηκαν από μικρά σφάλματα σε ποσοστό 3,0%.

Η τυποποίηση του γονιδιακού τόπου SCCmec αποκάλυψε κυρίως τις υποκαταστάσεις Ν146Κ, Ε150Κ και H351N. Η κεφταρολίνη παρουσίασε εξαιρετική in vitroδραστικότητα έναντι στελεχών MRSA από αίμα ή/και CSSSI. Οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες οδηγίες της EUCAST διόρθωσαν τις αναντιστοιχίες που είχαν παρατηρηθεί σε σχέση με την κατηγοριοποίηση στελεχών με ΕΑΠ = 2 mg/L, καθώς και τα μεγάλα σφάλματα που είχαν παρατηρηθεί στην μέθοδο ΔΔ.

Λέξεις κλειδιά: Κεφταρολίνη, Staphylococcus aureus, Ελάχιστη Ανασταλτική Πυκνότητα, EUCAST, CLSI.

Επιπολασμός και μελέτη δυνατότητας σχηματισμού βιομεμβράνης σε πολυανθεκτικά στελέχη Staphylococcus aureus που απομονώθηκαν από χειριστές τροφίμων στο Πανεπιστήμιο ArbaMinch, Νότια Αιθιοπία.

Mohammedaman Mama1, Getaneh Alemu1, Aseer Manilal1, Mohammed Seid2, Akbar Idhayadhulla3

1.Department of Medical Laboratory Science, College of Medicine and Health Sciences, Arba Minch University, Arba Minch, Ethiopia

2.Department of Medical Laboratory Science, Arba Minch College of Health Sciences, Arba Minch, Ethiopia

3.Post Graduate and Research Department of Chemistry, Nehru Memorial College, (A?liated to Bharathidasan University), Puthanampatti -621007, Tamil Nadu, South India

Οι τροφιμογενείς λοιμώξεις αποτελούν ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας σε παγκόσμια κλίμακα, με εντονότερο το πρόβλημα στις υπό ανάπτυξη χώρες, λόγω δυσκολιών στην εξασφάλιση βέλτιστων πρακτικών υγιεινής διατροφής. Η παρούσα μελέτη αφορά την επικράτηση, την αντοχή στα αντιβιοτικά και τη δυνατότητα σχηματισμού βιομεμβράνης στελεχών Staphylococcus aureus που απομονώθηκαν σε χειριστές τροφίμων που εργάζονται στο Πανεπιστήμιο Arba Minch της Νότιας Αιθιοπίας. Η συγκεκριμένη μελέτη πραγματοποιήθηκε από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2015. Χρησιμοποιήθηκε ένα προκαταρκτικά δομημένο ερωτηματολόγιο για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με τα κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά των χειριστών. Στη συνέχεια συλλέχθηκαν ρινικά επιχρίσματα και εξετάστηκαν σύμφωνα με τις κλασικές μικροβιολογικές μεθόδους για S. aureus. Τα βακτηριακά στελέχη S. aureus που απομονώθηκαν ελέγχθηκαν για την αντοχή τους στα αντιβιοτικά με τη μέθοδο διάχυσης δίσκων αντιβιοτικών σε άγαρ και μελετήθηκε η δυνατότητα παραγωγής βιομεμβράνης. Τα ανθεκτικά στελέχη με θετική τη δοκιμασία παραγωγής βιομεμβράνης επιλέχθηκαν για φυλογενετική ανάλυση με αλληλούχηση του 16s rRNA γονιδίου. Όλα τα εργαστηριακά πειράματα εκτελέστηκαν εις τριπλούν. Συνολικά 281 χειριστές τροφίμων συμμετείχαν στη μελέτη με ποσοστό απόκρισης 100%. Η πλειονότητα των χειριστών τροφίμων ήταν γυναίκες (72,6%) πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (36,4%). Είκοσι (7,1%) βρέθηκαν θετικές για ρινικό αποικισμό από S. aureus, εκ των οποίων 1 (5,2%) ήταν αποικισμένη με στελέχη ανθεκτικά στην οξακιλλίνη. Όλα τα στελέχη έδειξαν υψηλό ποσοστό αντοχής στην πενικιλλίνη και κοτριμοξαζόλη. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης σχηματισμού βιομεμβράνης έδειξαν ότι από τα 15 πολυανθεκτικά στελέχη, δύο ήταν ισχυροί παραγωγοί. Περαιτέρω ανάλυση του 16s rRNA γονιδίουτων δύο ισχυρών παραγωγών βιομεμβράνης έδειξε 98-99% ομολογία. Συμπερασματικά, οι χειριστές τροφίμων είναι συνήθως η κύρια πηγή μόλυνσης των τροφίμων, ενώ ο εξοπλισμός και οι περιβαλλοντικές επιφάνειες μπορεί επίσης να είναι πηγές μόλυνσης με S. aureus.

Ως εκ τούτου, συνιστάται η συνεχής επιδημιολογική παρακολούθηση μέσω εξαμηνιαίων δοκιμών ρουτίνας και η βελτίωση της προσωπικής υγιεινής για τον έλεγχο της οδού μετάδοσης.

Λέξεις κλειδιά: χειριστές τροφίμων, Staphylococcus aureus, ρινική φορεία, βιομεμβράνη, ανθεκτικά στελέχη

Ο ρόλος του επαγώγιμου παράγοντα υποξίας (HIF) -1α και CD11b στην παθογένεση της πειραματικής ελονοσίας σε εγκέφαλο ποντικού.

Kresna Septiandy Runtuk1, Loeki Enggar Fitri2, Rintis Noviyanti3

1.Master Program of Biomedical Sciences, Faculty of Medicine, Universitas Brawijaya, Malang, Indonesia

2.Parasitology Department, Faculty of Medicine, Universitas Brawijaya, Malang, Indonesia

3.Malaria Pathogenesis Unit, Eijkman Institute of Molecular Biology, Jakarta, Indonesia

Η ελονοσία είναι λοιμώδες νόσημα που προκαλείται από μόλυνση από Plasmodium spp. Η ελονοσία βαριάς κλινικής εικόνας, συμπεριλαμβανομένης και της εγκεφαλικής ελονοσίας, μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο. Στην ανάπτυξη εγκεφαλικής ελονοσίας έχει αποδειχθεί η συμμετοχή κυτοκινών και άλλων μοριακών δεικτών. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να προσδιοριστεί η επίδραση της μόλυνσης από Plasmodium berghei ANKA (πειραματικό στέλεχος Plasmodiumspp. που προκαλεί εγκεφαλική λοίμωξη) στην έκφραση των παραγόντων HIF-1α και CD11b, καθώς και η συσχέτισή τους με τα συμπτώματα της εγκεφαλικής ελονοσίας σε ποντίκια. Τα ποντίκια (C57BL/6) χωρίστηκαν στην ομάδα ελέγχου και στην ομάδα η οποία μολύνθηκε με Plasmodium berghei ANKA.

Η παρασιταιμία και η κλινική εικόνα παρατηρήθηκαν μέχρι την 7η ημέρα και ακολούθησε ανοσοϊστοχημική χρώση των εγκεφάλων που συλλέχθηκαν, για τον προσδιορισμό της έκφρασης των HIF-1α και CD11b και στις δύο ομάδες με χρήση οπτικού μικροσκοπίου (μεγέθυνση 1000x). Παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων (p = 0,001) στην έκφραση του HIF-1α κατά τη λοίμωξη Plasmodium berghei ANKA, ενώ αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην έκφραση CD11b (p = 0,096).

Τέλος, δεν σημειώθηκε συσχέτιση μεταξύ της έκφρασης των HIF-1α και CD11b (p = 0.220). Συμπερασματικά, η πειραματική λοίμωξη από Plasmodium berghei ANKA ενίσχυσε την έκφραση της HIF-1α, αλλά όχι και της CD11b, εξαιτίας πιθανά της μεταβλητότητας των μικρογλοιών στον εγκέφαλο.

Λέξεις κλειδιά: CD11b; Εγκεφαλική ελονοσία; HIF-1α; Ελονοσία; Plasmodium berghei ΑΝΚΑ

2018-05-18T13:17:35+00:00 Μάιος 18th, 2018|0 Comments

Leave A Comment